Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Αναστενάρια:OI ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ “ΒΑΚΧΟΙ” ΠΥΡΟΒΑΤΟΥΝ ΜΕ ΔΙΕΣΤΑΛΜΕΝΕΣ ΚΟΡΕΣ

Οι άκρες των παντελονιών γυρισμένες δέκα πόντους πάνω από τον αστράγαλο. Η θρακιώτικη μουσική, από τα νταούλια, τις λύρες και τις γκάιντες, γίνεται ακόμη πιο γρήγορη. Ο ρυθμός, που περνάει από γενιά σε γενιά στους οργανοπαίχτες, αντηχεί την αιωνιότητα, καθώς είναι απροσδιόριστο πότε χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά. 
Τα πέλματα του πρώτου Μύστη ακολουθούν το δρόμο που του φανερώνει ο Άγιος Κωνσταντίνος και οδηγούνται στην Ιερή ανθρακιά. Ευθύς ξεκινάει η πυροβασία. Οι θαρραλέες πατούσες περπατάνε και χορεύουν πάνω στα πυρωμένα κάρβουνα χωρίς να καίγονται. Με σύμμαχο την πίστη και αγκαλιά με την εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου κι Ελένης (χρονολογείται στις αρχές του 19ου αιώνα), χωρίς κανένα μορφασμό πόνου από τη θερμοκρασία, ο Μύστης πατάει την παχιά ανθρακιά, ξορκίζοντας την κακοδαιμονία, μαζί και κάθε μορφή αρρώστιας. Οι διεσταλμένες κόρες των ματιών του, πλημμυρισμένες από έκσταση, φανερώνουν την επικοινωνία της ψυχής με ένα αόρατο θεϊκό σύμπαν.
Τούτη τη στιγμή, δεν έχει καμία επαφή με το περιβάλλον, όσοι τον παρατηρούν με περιέργεια απλώς δεν υπάρχουν. Είναι πέρα από τη φαντασία αυτό που συμβαίνει. Ο Μύστης αισθάνεται ότι ευεργετείται, κάθε του πάτημα μοιάζει με ένα βήμα προς τη λύτρωση. Κι ας φαίνεται ότι χορεύει μέσα σε μια οργιασμένη κόλαση, εκείνος, συνεπαρμένος από την Ιερή μανία, εξακολουθεί ξυπόλητος να «λιώνει» τα κάρβουνα. Μαυρολεύκη Δράμας, 21 Μαΐου, αργά το βράδυ. Όλο το σκηνικό, στο αλσύλιο του χωριού,θυμίζει κυριολεκτικά αρχαία τραγωδία. Ο Μύστης, αυτός που πρώτος έσυρε το χορό, μοιάζει με Μαινάδα βγαλμένη από τις «Βάκχες» του Ευρυπίδη. Διακατέχεται από μία ανείπωτη κι απερίγραπτη έκσταση, σαν να έχει εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να κινείται σε μια υπερβατική διάσταση. Πως εξηγείται ότι τα πέλματα του δεν παρουσιάζουν ίχνος εγκαύματος;
Ένας-ένας, οι υπόλοιποι μυημένοι Αναστενάρηδες, άνδρες και γυναίκες όλων των ηλικιών, αφήνουν τον κυκλικό χορό και κρατώντας ιερά μαντήλια διασχίζουν την ανθρακιά. Πάνω στα μαντήλια είναι κεντημένα ασημένια τάματα, τα αμανέτια. Πρόκειται για ένα θίασο εκστασιασμένων χορευτών, που ο καθένας συμμετέχει με το δικό του τρόπο. Άλλοι, σηκώνουν το γόνατο πιο ψηλά, άλλοι στέκονται περισσότερο χρόνο σε ένα σημείο, άλλοι κοιτούν κάτω, στο κατάμαυρο έδαφος με τα διάσπαρτα κόκκινα λαμπιόνια -τις μύτες των κάρβουνων-, κι άλλοι τον έναστρο ουρανό. Άραγε, τι σκέφτονται αυτοί οι συνεχιστές της εκχριστιανισμένης Διονυσιακής λατρείας; Πως νιώθουν; Προσεγγίζονται με λόγια τα συναισθήματα που τους γεννιούνται σε αυτό το διαρκές χάσιμο; Μα, πυροβασία; To όνομα τους πάντως, το πήραν από το «αναστενάρι», το εικόνισμα δηλαδή που κρατάνε κατά τη διάρκεια της τελετουργίας.
Η προετοιμασία στο κονάκι
Αν η πυροβασία φαντάζει ως κάτι το αδιανόητο, ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η προετοιμασία των Αναστενάρηδων στο κονάκι, στο δικό τους ιδιωτικό λατρευτικό χώρο. Ήδη, από το προηγούμενο απόγευμα της γιορτής του Κωνσταντίνου κι Ελένης, έχουν μεταφερθεί στο κονάκι από την εκκλησία του χωριού οι Αναστενάρηκες εικόνες των Αγίων. Σύμφωνα με το λατρευτικό, οι εικόνες, που φυλάσσονται μέσα στις “ποδιές” (υφασμάτινες θήκες) και γύρω τους κρέμονται δεκάδες κουδουνάκια και διάφορα άλλα αφιερώματα, ονομάζονται “Χάρες”, διότι είναι αυτές που τους προικίζουν με την ικανότητα να μην καίγονται όταν χορεύουν. Μάλιστα, η παλαιότερη εικόνα, ο “Παππούς”, ίσως το πολυτιμότερο λαυτρευτικό κειμήλιο των Αναστενάρηδων, κατέχει κεντρική θέση σε όλη τη διαδικασία-από αυτή την εικόνα “γεννήθηκαν”τουλάχιστον αυτά ακόμη που διασκορπίστηκαν στη Βόρεια Μακεδονία.
Σε ένα μακρόστενο δωμάτιο, που δε ξεπερνάει τα σαράντα τετραγωνικά, με λευκούς τοίχους, καλυμμένους με διασκοσμητικά ριχτάρια, γκριζωπά πλακάκια και καρέκλες γύρω-γύρω, οι περίπου είκοσι Αναστενάρηδες, νωρίς το απόγευμα της 21ης Μαΐου, παίρνουν τη θέση τους στο κέντρο. Ο κόσμος, που στριμώχνεται στην πόρτα και έξω από τα παράθυρα, τους φωτογραφίζει με τα κινητά του, ενώ κάποιοι βιντεοσκοπούν που έρχονται για πρώτη φορά βιντεοσκοπούν το κάθετι. Στη μια μεριά του δωματιού, δίπλα σε ένα κρεμ τζάκι με κόκκινο περίγυρο, βρίσκονται παρατεταγμένες οι εικόνες του Κωνσταντίνου κι Ελένης. Από την απέναντι πλευρά, σε ένα μπορντό καναπέ, κάθονται διάφοροι περαστικοί, που ήρθαν μέχρι και από την Αλεξανδρούπολη για να γίνουν μάρτυρες αυτού του ξακουστού εθίμου.
Τα όργανα πιάνουν δουλειά, η προετοιμασία ξεκινάει. Όλοι είναι στραμμένοι στις εικόνες, η πλειοψηφία εκ των οποίων είναι διακοσμημένες με ασήμι ή χρυσό. Χορός στατικός, αργός, κινήσεις βαριές, γεμάτες νόημα. Καμία βιασύνη, άλλωστε η μέθη της έκστασης αργεί να έρθει. Αυτοσυγκεντρώνονται, ο καθένας χωριστά μοιάζει με μοναχικό κερί σε ένα απέραντο μανουάλι. Η διαδικασία της μύησης που περνάνε για να γίνουν Αναστενάρηδες παραμένει γνωστή, καθώς η κοινωνία τους χαρακτηρίζεται από εσωστρέφεια. Βλέποντας τους να υψώνουν τα χέρια, προσευχόμενοι να πάρουν τη “χάρη” για να περπατήσουν στην ανθρακιά, νιώθω παράξενα. Είναι από τούτες τις στιγμές που αδυνατείς να κατανοήσεις αυτό που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια σου.
Ένα παιδί, θα᾽ταν δε θα᾽ταν έξι χρονών, φεύγει από το χέρι της μαμάς του, και μιμούμενο τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους, ανάβει ένα κερί, κλείνοντας τα ματιά. Το σταυρό του δεν το έκανε. Πόση ώρα κράτησε ο χορός μέσα στο κονάκι δεν κατάλαβα-ο χρόνος χάνεται μαζί με τους Αναστενάρηδες που προετοιμάζουν το σώμα τους για την πυροβασία. Περιμένουν ανυπόμονα να “κάτσουν” οι αναμμένοι κορμοί, να απλωθούν τα κάρβουνα και να ορμήξουν στα κάρβουνα. Μετά την πυροβασία, ακολουθεί “το τραπέζι του παππού”, στο οποίο τρώνε το ζώο (μοσχάρι ή αρνί) που έχουν θυσιάσει το ίδιο πρωινό (πραγματοποιείται με τα τάματα και τις αφιερώσεις των πιστών).
Μια δυνατή παράδοση
«Πολλές φορές, όταν χορεύω, νιώθω ότι περπατάω σε ένα δρόμου που έχει χαλίκι. Δεν αισθάνομαι τη φωτιά», περιγράφει ο σαραντάχρονος Αναστενάρης, Σάκης Μπιαζάκης. Τον
ρωτάω αν φοβάται την ώρα που περιμένει στην πομπή για να μπει στην ανθρακιά. «Όχι, δε φοβάμαι. Αν προετοιμαστείς σωστά και συμμετέχεις σε όλα τα στάδια του τελετουργικού, οπλίζεσαι με πίστη, η οποία σου δίνει δύναμη να ξεπεράσεις οποιοδήποτε φόβο», απαντάει και φεύγει για να πάει στο τραπέζι. Συνεχιστής μιας θρησκευτικής παράδοσης, που κρατάει τη σκούφια της από το χωριό Κώτσι της βορειοανατολικής Θράκης, είναι περήφανος για την καταγωγή του. Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, το 1923, το έθιμο παρέμενε κρυφό μέχρι το 1943, όπου για πρώτη φορά έλαβε χώρα στη Μαυρολεύκη η πυροβασία.
Γενικότερα, τα «αναστενάρια», εξαπλώθηκαν στις περιοχές όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες από τη Θράκη, όπως στο Λαγκαδά Θεσσαλονίκης και στη Μελίκη Ημαθίας. Παρά τις εκάστοτε αντιδράσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που θεωρεί ειδωλολατρικό το έθιμο, τα “Αναστενάρια” τελούνται κανονικά στα προσφυγικά χωριά, υπενθυμίζοντας διαρκώς την άρρηκτη σχέση του χριστιανικού πολιτισμού με την Αρχαία Ελλάδα.
Γιάννης Παπαδημητρίου, Φωτογραφίες: Αντώνης Πασβάντης- www.vice.com/
(“Πατήστε” στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)



Βισάλτης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου