Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Aπό τη ζωή της Σμύρνης

Η ΛΕΣΧΗ. Ο πατέρας μου έφυγεν από τον καφενέ του αδελφού του Μπαρμπαντώνη και ήπιασε δουλειά στην αψηλή λέσχη των κυνηγών, που λεγότανε κτήμα Αλλιότι. Κατά το 1910 τη Λέσχη αυτή την αγόρασε ο Κίμων Πανταζόπουλος, ο οποίος με τον αδερφό του είχανε αλευρόμυλο στο Ντενιζλή. 
Καταγόντουστε από το Πήλιο και γενήκανε Ιταλοί υπήκοοι για να μπορέσουνε να εργαστούνε σ’ εκείνο το βάθος της Ανατολής που ήτανε μεγάλη σιτοπαραγωγική περιφέρεια. Όταν την αγόρασε πρόστεσε στο χτίριο της Λέσχης ακόμα ένα πάτωμα, τόκανε κατοικία του και το διακόσμησε με μεγάλη πολυτέλεια. Θυμάμαι την πρωτοχρονιά του 1911 που γενήκανε τα εγκαίνια της Λέσχης έπειτα από την προσθήκη. 
Είχανε ανάψη τα καλοριφέρ και μυρίζανε δυνατά οι φρέσκιες μπογιές. Εμένα με διορίσανε φωτιατζή, μου βάλανε μια κατακόκκινη στολή της φωτιάς, σύμβολο της ειδικότητάς μου και ένα κασκέτο με χρυσό γαλόνι τρία δάχτυλα φάρδος. Η δουλειά μου ήτανε να βάζω αναμμένα κάρβουνα στση λουλάδες των ναργκιλέδων των μελών της Λέσχης, γιατί εκείνα που ήβαζε ο πατέρας μου χωνεύανε.
― Μικρέ, φέρε μου φωτιά, μου φωνάζανε. Τα κάρβουνα τα είχα μέσα σ’ ένα μπρούτζινο μαγκαλάκι με αχιλιά και τάβαζα απάνω στο λουλά με μασιά.