Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Οι γιορτές είναι κάπου εδώ…

Της συνεργάτιδός μας:
Αγγελικής Ρουμελιώτου
Κοινωνικής λειτουργού

Θα ‘θελα τόσο πολύ να σας ρωτήσω … τι θυμάστε από τα Χριστούγεννα , τα τότε; Θα ΄θελα πολύ να τολμήσω να με ρωτήσω, τι θυμάμαι από τα Χριστούγεννα; Θυμάμαι , μια γιαγιά και έναν παππού. Ξέρω , μια εικόνα σας έρχεται στο μυαλό . Πάντα αυτή η εικόνα έρχεται στο μυαλό όλων μας, όταν μιλάμε για τότε , για κείνους τους αγαπημένους μας , με κείνα τα μάτια τα μεγάλα, που μέσα τους ατένιζες θάλασσες και ουρανούς . Μάλιστα, τους ουρανούς στους τάζανε να τους ταξιδέψεις, σαν έτρωγες όλο το φαί σου και τις θάλασσες να τις δαμάσεις, σαν ήσουνα καλό παιδί . Καμιά φορά όταν κοιτάζω τον ουρανό, κλείνω τα μάτια και γλιστρώ μες στις ρυτίδες αυτών των αγαπημένων μου. Αφήνομαι… Άλλωστε το ‘ χω τόσο ανάγκη να αφήνομαι σε τούτα τα χέρια των πρώτων ανθρώπων που μ΄ αγκάλιασαν. Ξέρετε πόσο σημαντική είναι η πρώτη αγκαλιά; Δε τη ξεχνάς ποτέ! Και κάθε αγκαλιά που θα κερδίζεις στη ζωή σου, τούτη θα θυμάσαι, τη πρώτη. Και κάθε αγκαλιά που θα χάνεις, πάλι τούτη θα κλαις. Κάπως έτσι το σκαρφίστηκε και ο Freud και προσπάθησε να μας πείσει ότι ένα παιδί θα κουβαλά μαζί του ό,τι φτιάξει μέσα του μέχρι τα έξι του χρόνια. Καμπανάκια, για μάς τους γονείς! Κάπως έτσι λοιπόν, κι εγώ, κι εσείς, και όλοι μας κουβαλάμε μέσα μας αυτούς τους πρώτους ανθρώπους που μας άφηναν να τσιμπάμε λίγο από το φαγητό και ας μην είχε γίνει, μας άφηναν να βουτάμε το ψωμί μας στο λάδι του ταψιού, να γλύφουμε κανένα κουραμπιέ για να μας προδώσει, λίγο μετά, η άχνη που είχε κολλήσει στη μύτη μας. Κάπως έτσι βάλανε τη σφραγίδα τους μέσα μας! Θυμάμαι και έναν τόπο. Κάπου στις σελίδες του αγαπημένου μου συλλόγου των Νησιωτών (Πάμισος) είδα να γράφεται κάτι περί της ιστορίας μας. Ο τόπος μας είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο θα χτίσουμε και θα γκρεμίσουμε. Θα ονειρευτούμε και θα κερδίσουμε ή θα χάσουμε αυτά τα όνειρα. Αν τον χάσεις τούτο το τόπο απ΄ τα μάτια σου, δε τον χάνεις και απ΄ την καρδιά σου. Μέσα απ΄ αυτόν μαθαίνεις τι πάει να πει προσμονή , τι πάει να πει λαχτάρα, τι πάει να πει αποχωρισμός, τι πάει να πει κύκλος. Θυμάμαι και πρόσωπα, που ήλθαν , έμειναν ή έφυγαν. Όλα όμως άφησαν μέσα μας ένα σημάδι που χαιρόμαστε που το ΄χουμε ή που πονάμε. Αυτό είναι ζωή. Αμ, τι νομίσατε; ότι ζωή είναι μόνο οι γεύσεις και οι ξεγνοιασιές; Κι αυτό ζωή είναι βέβαια, αλλά για να μας γιατρεύει τα σημάδια της συνάντησης μας με το χρόνο που δε ξεχνά ποτέ να αλλάξει μέσα στις γιορτές. Κι εμείς δε ξεχνούμε ποτέ να τον αποχαιρετήσουμε μεγαλόπρεπα για να δώσουμε τη θέση του στον καινούριο. Σε αυτόν το καινούριο, μάλιστα, φορτώνουμε και όλες μας τις ελπίδες. Κι αυτός κρυφογελά και σχεδιάζει για μας…. Σχεδιάζει για να μεγαλουργήσει μεταμφιεσμένος σε πρόσωπα της ζωή μας. Όλα τούτα τα πρόσωπα των προηγούμενων γιορτών, τις μέρες του Χριστουγέννων ξαναπερνούν από τη σκέψη μας. Η θεία με την μαστορική βασιλόπιτα, η γειτόνισσα που ποτέ δεν πρόδωσε τη συνταγή της για την απίστευτη γαλοπούλα, τα φιλαράκια στην παρέα για τα κάλαντα, ο αρχηγός της μοιρασιάς των εσόδων κι αυτή εκεί η κυρία που αντί για χρήματα μας έδινε πορτοκάλια… Θυμάμαι και κάποια δώρα. Δώρα αλλιώτικα. Καρδιάς ! Δώρα, που κείνοι που τα ΄δωσαν, δε μέτρησαν το ζύγι αλλά το «είναι» σου. Ξέρετε πόσο αληθινός αισθάνεσαι μέσα από το καθρέφτισμα σου, στα μάτια του άλλου; Άλλωστε, τι είμαστε; Η εικόνα μας στα μάτια του συνομιλητή μας, είμαστε. Για σκεφτείτε, πόσες χημείες, πόσες αλχημείες, πόσες ανάγκες και πόσες προβολές συναντιούνται για να μας δώσουν αυτό το καθρέφτισμα στα μάτια του άλλου. Έτσι λοιπόν και ένα δώρο που είσαι συ , γίνεται σπουδαίο, απλά γιατί είσαι συ . Και αυτό το δώρο, μπορεί να είναι μια τόση δα καραμελίτσα των τότε χρόνων ή … - άστο, θα κρατήσω την καραμελίτσα…. μ΄αρέσει περισσότερο! Στροβιλίζονται γύρω μου όλα τούτα, κάποιες νύχτες. Όταν μάλιστα είναι νύχτες γιορτινές, ακόμη περισσότερο. Μα όλες μ΄ αφήνουν μια γλύκα στο στόμα, όπως κάποια γλυκόξινα φρούτα χειμωνιάτικα που τη γεύση τους την κουβαλώ καμιά τριανταριά χρόνια τώρα. Όχι μόνη της. Την κουβαλώ μαζί με τα φιλαράκια που τα κόβαμε μαζί. Την κουβαλώ με τη φωνή της μάνας μου που ήθελε να πάμε πριν νυχτώσει πίσω –λες και κινδυνεύαμε. Την κουβαλώ μαζί με κάτι απίστευτες κολοτούμπες που μας κατέληγαν ανάσκελους να μετράμε τα άστρα και να ευχόμαστε, χωρίς να μας ακούσουν οι άλλοι, για να πιάσει η ευχή. Την κουβαλώ μαζί με κάποιους ήχους, εικόνες και ματιές. Όλα αυτά τα κουβαλώ , τα κουβαλάς, γιατί είμαι εγώ, γιατί είσαι εσύ. Γιατί όλα τα περάσματα μας, τα ανταμώματά μας, οι μικρές και οι μεγάλες μας ιστορίες γράφονται στο τώρα, ακουμπάνε στο χτες, στο δικό μας χτες και κλειδώνουμε στο αύριο. Ναι, το δικό μας αύριο.Φίλοι μου έρχονται γιορτές. Έρχεται μια νέα χρονιά. Χαμογελάστε της. Όλα θα είναι όμορφα. Σας το εύχομαι μέσα από την καρδιά μου. Να ένα δώρο: μια ευχή καρδιάς!