Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ:Η δεκαετία του ΄60......

Μετά τον πόλεμο, μετά τον εμφύλιο, εδώ στην Ελλάδα ο κόσμος είδε παρά πολλά πτώματα και συντηρητικοποιήθηκε, φοβήθηκε. Μεγαλώναμε μέσα σε σπίτια φοβισμένων ανθρώπων. «Τι ώρα θα γυρίσεις;», «Ποιους βλέπεις;». Αυτό όμως ήταν τρομερά καταπιεστικό για εμάς που τότε ήμασταν παιδιά: «Τι ώρα είναι αυτή που γύρισες;», «Ποιοι είναι οι φίλοι σου;», «Τα μαλλιά γιατί τα έχεις έτσι;». Αισθανόσουν μεν μία θαλπωρή, γιατί υπήρχε ακόμα η γειτονιά, η ενορία, η εκκλησία, το σπίτι, το σόι, οι θείοι, και ταυτόχρονα αισθανόσουν μία τεράστια ανάγκη εξόδου από αυτά τα πράγματα. Να σηκωθείς να φύγεις. Όταν ήμασταν 19 και 20 χρόνων προτιμούσαμε να βγούμε έξω στον δρόμο να ζητιανεύουμε, να βρούμε μία δουλειά -ό,τι δουλειά να είναι- παρά να κάτσουμε με τη μάνα μας. Μου κάνει εντύπωση που τώρα συμβαίνει το αντίθετο, δεν φεύγουν από το σπίτι τους και είναι και 30 χρόνων παιδιά. Αυτό που εγώ το έκανα δίσκο, «Το φορτηγό», δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο τότε, το παιδί που φεύγει, κάνει οτοστόπ για να φτάσει στη μεγάλη πόλη. Ούτε είχα κανέναν συγκεκριμένο στόχο, τι θα κάνω φεύγοντας. Ήθελα να φύγω από το σπίτι μου, να αλητέψω, αυτή είναι η αλήθεια.

Τα λάθη που κάνουμε όταν τρώμε σε μία ταβέρνα

Ακόμα και τώρα σε περίοδο οικονομικής κρίσης, ο Έλληνας δεν εγκαταλείπει την αγαπημένη του συνήθεια για μία έξοδο για φαγητό έξω. Μπορεί να μην το κάνει τόσο συχνά, αλλά οι παρέες πολλές φορές καταλήγουν για φαγητό κάπου σε ένα ταβερνάκι. Είναι κομμάτι της κουλτούρας μας και της φιλοσοφίας μας, η κοινή συνεύρεση για φαγητό έξω με φίλους. Αποτελεί ίσως την πιο συχνή και η πιο μεγάλη απόλαυση του έλληνα είναι να τρώει σε κάποιο ταβερνάκι.Είναι μια συνήθεια, που είναι συνυφασμένη με τη διασκέδαση, την καλοπέραση, την καλή παρέα, τη χαλάρωση, τις διακοπές και το καλό φαγητό. Στις διάφορες ταβέρνες, ο Έλληνας όπως, και στη υπόλοιπη ζωή του κάνει μεγάλες καταχρήσεις και συχνά πέφτει σε μεγάλα διατροφικά σφάλματα.