Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Ένα βραβείο για τον παλιό ταχυδρόμο του χωριού μου !

Από σπίτι σε σπίτι, από στάνη σέ στάνη μέσα στό κρύο καί στά χιόνια για να μοιράσει τήν αλληλογραφία, να δώσει τήν επιταγή, νά μεταφέρει ένα καλό ή κι΄ ένα άσχημο νέο...

ΕΛΤΑ, αυτούς τούς παλιούς ήρωες τής υπαίθρου, γιατί τούς ξέχασες ; 

Πότε θα τούς βραβεύσεις, όταν πεθάνουν ;

Τά παλιά καλά χρόνια, τότε πού η επικοινωνία μεταξύ πόλεων καί χωριών ήτανε πολύ δύσκολη και τον χειμώνα με τις κακοκαιρίες σχεδόν αδύνατη, σπουδαίο ρόλο έπαιξαν οί αγροτικοί ταχυδρόμοι…


Όπως και σήμερα άλλωστε, αλλά πιο εκσυχρονισμένοι τώρα, πάνω σε μηχανάκια, μοτοσυκλέτες και αυτοκίνητα ! 

Αλλά και σε κάποια, ορεινά κυρίως χωριά, ακόμη και σήμερα το γράμμα, η σύνταξη και το χαμπέρι πάει και με μουλάρια, και με γαϊδούρια ίσως και άλογα…

Το τι δυσκολίες έχουνε συναντήσει αυτοί οί άνθρωποι είναι κάτι το απερίγραπτο και το αξιοθαύμαστο, πράγμα πού εμείς οί βολεμένοι στα Αστικά κέντρα σήμερα δεν μπορούμε να το καταλάβουμε ! 
Και πού δεν αντισταθμίζεται και δεν ξεπληρώνεται με τις τρείς κι΄ εξήντα ( 3,60 ) του μισθολογίου, ούτε και με τόν οποιοδήποτε φανταχτερό τίτλο «Δημοσίου υπαλλήλου» πού είχανε. 

Σιγά τα λάχανα του μισθού και του τίτλου τώρα, όταν ένας άνθρωπος, καί μάλιστα καί κάποιας ηλικίας,  ξεποδαριασμένος, βρεγμένος και παγωμένος τον χειμώνα σαν να πολεμάει στα χιόνια της Πίνδου το ΄40, ζεσταμένος στο λιοπύρι  και ταβανιασμένος από τον ήλιο το καλοκαίρι, και κάποιες φορές και κυνηγημένος από αγριόσκυλα Γκέκηδες και Ποιμενικούς από στάνες και μαντριά πού ζητάγανε να τον κατασπαράξουν, μπορεί τώρα να θεωρηθεί ότι «πληρώνετε καλά κι΄ ότι δεν πρέπει να έχει κανένα παράπονο» !


Κούφια λόγια υψηλά ισταμένων πού ποτέ τους δεν οδοιπόρησαν στην άγρια ύπαιθρο, αλλά πού έμαθαν γι΄ αυτήν την ύπαιθρο όταν κάνανε ρομαντικές διαδρομές σε κάποιο παραθεριστικό κέντρο το καλοκαίρι…
Αλλά η ύπαιθρος του αγροτικού διανομέα δεν ήταν τέτοια !


Θυμάμαι τον παλιό ταχυδρόμο με την τσάντα του και την καραμούζα του σε κάποια χωριά πού πέρασα στην ζωή μου, καθώς  και την αγωνία με την οποία περίμεναν οί χωρικοί να τους πεί αν έχουν ή δεν έχουν γράμμα !


Γράμμα από τον Καναδά, γράμμα από την Αμερική, γράμμα από την Γαλλία και την Αφρική, άντε και από την Λεγεώνα των Ξένων τότε πού δεχότανε ακόμη ξένους και μάλιστα και πολλούς Έλληνες …







Διαβάσαμε πολλά γι΄αυτούς τους παλιούς ταχυδρόμους, και λίγα είναι…



« Αγγελιαφόρος, κομιστής μηνυμάτων, φτερωτός Ερμής, Ταχυδρομικός διανομέας, ή απλά Ταχυδρόμος, ορίζεται ο υπάλληλος που αγαπήθηκε, παλιότερα, καθολικά σε ολόκληρη την Ελλάδα.





Γνώριμη φιγούρα, ξεμύτιζε από το βάθος της στράτας και έφερνε την χαρά και την ελπίδα με τα νέα που κουβαλούσε.


Εχέμυθος και συνεπής με το λειτούργημά του, έρχονταν σε άμεση επαφή και δένονταν συναισθηματικά με την κάθε οικογένεια, τόσο στις χαρές, όσο και στις λύπες της ζωής.

Αντίκριζε μάτια βουρκωμένα, έρχονταν καθημερινά σε επαφή με την λαχτάρα και τον πόθο του νόστου.


Έκανε τον παρηγορητή λέγοντας δυο λόγια ελπίδας για να απαλύνει τον πόνο.

Αντιμέτωπος με ταλαιπωρίες και κινδύνους, πότε διάβαινε λασπωμένους και κακοτράχαλους δρόμους, πότε μέσα στα κρύα, πότε στις ανυπόφορες ζέστες προσηλωμένος στο καθήκον να μεταφέρει το άγγελμα.


Μια συλλογή φωτογραφιών από παλιούς ταχυδρόμους μας ξαναθυμίζει την πιο συμπαθητική μορφή των αναμνήσεών μας.

Η στολή του είχε χρώμα ανοιχτό γκρι και στη κεφαλή φορούσε πηλίκιο.
Φορτωμένος με την ταχυδρομική του τσάντα, που κρεμούσε μπροστά στο στήθος ή στην πλάτη, του κατέφθανε στο χωριό πότε με άλογο, πότε με ποδήλατο, πότε με μηχανάκι, πότε με αυτοκίνητο μα ποτέ χωρίς χαμπέρια…»




Ταχυδρόμος παραδοσιακή, με τη σάκκα της, με την παλιά στολή και με ποδήλατο, η Γιάννα Γεωργιοπούλου πηγαίνει πόρτα πόρτα στην Κορώνη και μοιράζει την αλληλογραφία.
 Είναι από τις ανθρώπινες στιγμές του ταχυδρόμου, που με την παραδοσιακή έννοια, με την παλιά μορφή, τείνει να εκλείψει.
 Η Γιάννα  Γεωργιοπούλου όμως επιμένει παραδοσιακά -αν και δε φοράει πάντα τη στολή-, γιατί ζει τη ζεστασιά του κόσμου με τον οποίο έρχεται σ’ επαφή. 



Ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι την περιμένουν με αγωνία και κάποιοι την αντιμετωπίζουν σαν παιδί τους. »
 Πάω πόρτα πόρτα. Ο κόσμος με περιμένει», σημειώνει η ταχυδρόμος. 
 Και παρατηρεί ότι «με ρωτούν “τι μας έφερες”; 



Και μόλις βλέπουν λογαριασμούς, μου λένε κάποιοι “καλώς την τρόικα”. 
Η Γιάννα επισημαίνει ότι «νιώθεις τη ζεστασιά του κόσμου. Εμείς στην Κορώνη μπαίνουμε στα σπίτια. Είμαστε δεμένοι με την Τρίτη Ηλικία. Μας συμπεριφέρονται σαν παιδιά τους και μας λένε τα μυστικά τους».

 ΑΧΑΪΑ  2014 --- ΕΠΑΝΕΡΧΟΜΑΣΤΕ ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ...
==================================


Έτσι λοιπόν μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη πού διαβάσαμε τις μέρες αυτές, ενός αγροτικού ταχυδρόμου της περιοχής μας, μας κέντρισε το ενδιαφέρον και την ανεβάζουμε σήμερα προς δόξα και τιμή κάποιων ανθρώπων πού προσέφεραν τόσα πολλά στην κοινωνία και στην ύπαιθρο γενικότερα, μη προσμένοντας τίποτα το παραπάνω από την Πολιτεία, αλλά πού εργάστηκαν συνειδητά σαν λειτούργημα και σαν ιερό καθήκον απέναντι των συνανθρώπων τους…


Όλους αυτούς, το συναίσθημα των πολιτών τους έχει ήδη αγαπήσει και βραβεύσει. 

Όμως απομένει κάτι ακόμη ! 


Έτσι λοιπόν η επίσημη Πολιτεία, και συγκεκριμμένα τά Ελληνικά Ταχυδρομεία πότε κι΄ αυτά θα βραβεύσουν τους ανθρώπους τους σαν μια ελάχιστη ανταπόδωση της προσφοράς τους στον Οργανισμό και στην κοινωνία;

 Γιατί καλές είναι οί βραβεύσεις πού βλέπουμε τελευταία στις εφημερίδες για τούς παλιούς γιατρούς πού έζησαν εδώ στην Πάτρα, για τους παλαίμαχους δημοσιογράφους, για τους βετεράνους δικηγόρους, για τους αξιωματικούς, τους οπλίτες, τους αεροπόρους, τους ποδοσφαιριστές και τους καραβοκύρηδες, καλές είναι και οί αναμνηστικές εκτυπώσεις γραμματοσήμων επί διαφόρων θεμάτων, όλα καλά και ωραία συμφωνούμε, αλλά για τους αγροτικούς διανομείς πού όργωσαν για δεκαετίες την Ελληνική ύπαιθρο μεταφέροντας παρηγοριά και ελπίδα δεν είδαμε ακόμη τίποτα! 




Έτσι λοιπόν κύριοι των Ελληνικών Ταχυδρομείων – ΕΛΤΑ , νομίζουμε ότι τώρα είναι η δική σας σειρά , για να κάνετε κι΄ εσείς κάτι για όσους ακόμη υπάρχοντες εν ζωή, παλαιούς  ταχυδρόμους σας…




ΜΙΑ  ΤΣΑΝΤΑ  ΓΕΜΑΤΗ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ….

=================================== 


Επισκεφθήκαμε τον κ. Λάμπη και τη σύζυγό του κ. Λαμπρινή στο σπίτι τους στη Γεωργίου Ρούφου. 
Μας υποδέχθηκαν και οι δύο εγκάρδια και το ρεπορτάζ μετατράπηκε αμέσως σε μία ζωηρή αναδρομή στη δεκαετία του '50 και του '60. 

Τότε που οι άνθρωποι ζούσαν με τις πληγές της Κατοχής και των πολέμων, που η μετανάστευση αποτελούσε συνήθη επιλογή επιβίωσης ολόκληρων οικογενειών και που οι κάτοικοι της υπαίθρου ζούσαν απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο. 
Μοναδικός συνδετικός κρίκος και μέσο επικοινωνίας των χωριανών με τις πόλεις στον ελλαδικό χώρο, αλλά και το εξωτερικό, ήταν ο αγροτικός διανομέας, ένα επάγγελμα κοπιαστικό και δύσκολο, αλλά συνάμα αγαπητό καθολικά στην Ελλάδα.




ΔΥΣΚΟΛΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΚΑΚΟΥΧΙΕΣ...



Ζητήσαμε από τον κ. Λάμπη να ανατρέξει στα χρόνια που περνούσε γύρω από την πλάτη του την τσάντα του ταχυδρόμου, έπαιρνε μαζί τη σάλπιγγα και ξεκινούσε το ταξίδι του στα χωριά της Αροανίας, όπου γεννήθηκε και έζησε μέχρι και τη συνταξιοδότησή του. 

«Διορίστηκα στις 4 Σεπτεμβρίου του 1951», θυμάται, «και υπηρέτησα ως αγροτικός διανομέας μέχρι το 1985. Το '50 και το '60 ήταν πολύ δύσκολα χρόνια.


Δεν υπήρχε ούτε δρόμος ούτε γεφύρι. Πιανόμουν από τα πλατάνια, για να περάσω από το ποτάμι. Διέσχιζα 75 χιλιόμετρα την ημέρα, πότε με το μουλάρι -εάν είχε καλό καιρό- πότε με τα πόδια. 
Μες στο καταχείμωνο, που το χιόνι έφτανε στο ένα μέτρο, έπρεπε να περπατήσω μεγάλες αποστάσεις, για να πάω τα γράμματα και τις επιταγές στα νοικοκυριά», μας είπε με ζωηρό τόνο, ανακαλώντας εκείνη την εποχή στη μνήμη του.


Η αφήγησή του μας αιχμαλώτισε από την πρώτη στιγμή. Οπως παραδέχεται ο ίδιος και εύκολα διαπιστώνει κανείς, χρειαζόταν ιδιαίτερη σκληραγώγηση, για να αντεπεξέλθει κανείς στις αντίξοες συνθήκες του επαγγέλματος. 

Δεν ήταν τυχαίο, άλλωστε, ότι, όταν του προτάθηκε από τον προϊστάμενο του ταχυδρομείου τότε να αναλάβει καθήκοντα, είχαν ήδη παραιτηθεί τρία άτομα από την συγκεκριμένη θέση. 
Ο κ. Λάμπης, όμως, έχοντας υπηρετήσει ως Λοκατζής και μετά από τρία χρόνια που πολέμησε στον Εμφύλιο σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, από τον Πάρνωνα μέχρι τους Φιλιάτες, διέθετε το σθένος που απαιτούσε η δουλειά. 
Φαίνεται πως δεν θα τα είχε καταφέρει διαφορετικά να δουλεύει καθημερινές, Κυριακές και αργίες, κάνοντας δρομολόγια σε 9 χωριά κάθε φορά. 
Αροανία, Ανάσταση, Μοναστήρι (Αγιοι Θεόδωροι), Δεσινό, Δροβολοβό, Καμενιάνοι, Αγρίδι, Πάος, Σειραί και Αλέσταινα ήταν τα χωριά που εξυπηρετούσε.


Στρατιώτης στον πόλεμο, στρατιώτης και στην υπηρεσία ήταν ο 94χρονος σήμερα γέροντας. «Ακόμα και μετά την Ανάσταση είχα δρομολόγιο», μας είπε, για να συμπληρώσει με παράπονο πως: 

«Γύριζα κάθε βράδυ στο σπίτι μου. Ζεστό φαΐ εκεί δεν έφαγα».




« ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΑΝ ΣΑΝ ΤΟΝ ΜΕΣΣΙΑ... »


Αγγελιαφόρος, κομιστής μηνυμάτων, ευχάριστων ή και δυσάρεστων, ο ταχυδρομικός διανομέας, και δη ο αγροτικός, αποτελούσε επί δεκαετίες ένα πρόσωπο αγαπητό στην ελληνική ύπαιθρο. 

Εχέμυθος και συνεπής, είχε άμεση επαφή με τον κόσμο και πολλές φορές συναισθηματικό δέσιμο με τις οικογένειες που επισκεπτόταν τακτικά.


Την αγάπη του κόσμου και τη λαχτάρα με την οποία τον περίμεναν οι άνθρωποι να ακούσουν το σάλπισμα της καραμούζας του, θυμάται με γλυκιά νοσταλγία ο κ. Λάμπης.  

«Με περίμεναν σαν τον Μεσσία», ανέφερε χαρακτηριστικά. «Χαρμόσυνες και δυσάρεστες ειδήσεις, όλες συγκεντρωμένες μέσα στο τσαντάκι μου, τις μετέφερα από πόρτα σε πόρτα.  
Με αγωνία και μάτια βουρκωμένα -πολλές φορές- όλοι περίμεναν ένα γράμμα», ανακαλεί.


Μέσα σε όλες τις δυσκολίες, η φιλοξενία του κόσμου ήταν κάτι που ο κ. Λάμπης ξεχωρίζει στα θετικά του επαγγέλματος. 


«Πέρασα καλά στα χωριά. Δεν έχω παράπονο. Ηταν, μάλιστα, μια κυρία στο Δροβολοβό που δεν με άφηνε να φύγω από το σπίτι εάν δεν μου έβαζε ένα πιάτο φαγητό να φάω. Με τιμούσαν οι άνθρωποι και ακόμα με θυμούνται πολλοί και με παίρνουν τηλέφωνο», μας εξομολογήθηκε.


Οι ιστορίες που έχει να διηγηθεί ένας ταχυδρόμος της εποχής εκείνης είναι πολλές και οι περισσότερες συγκινησιακά φορτισμένες. 

Αυτή, όμως, που δε θα ξεχάσει ποτέ ο «αειθαλής» αγροτικός διανομέας της Αροανίας, έχει να κάνει με ένα φονικό. 
Με ιδιαίτερη φόρτιση θυμήθηκε και μας κατέθεσε την εμπειρία του, όταν μια μέρα το 1973 βρήκε τον ηγούμενο και τον υπηρέτη του νεκρούς στο μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων...



Κατά μάνα κατά κύρη...



Τα χνάρια του κυρίου Λάμπη, μετά από χρόνια ακολούθησε και ο γιος του. 
Ο Θοδωρής Λουρίδας εργάζεται εδώ και 31 χρόνια ως διοικητικός υπάλληλος των ΕΛΤΑ. Σήμερα τον βρίσκει κανείς στο υποκατάστημα στην οδό Μαιζώνος.


Στην αρχή της καριέρας του, όμως, και για 3 χρόνια υπήρξε προϊστάμενος του πατέρα του στην Αροανία Καλαβρύτων. Μία συνύπαρξη, που θυμούνται και οι δύο με συγκίνηση.


Η παλιά γενιά έδωσε τη σκυτάλη στη νέα. Ο Θόδωρος Λουρίδας, έχοντας την εικόνα του πατέρα του, αλλά και του προϊσταμένου του ταχυδρομείου στην Αροανία, μας εξομολογήθηκε ότι ήταν όνειρο ζωής για εκείνον να ακολουθήσει το επάγγελμα του ταχυδρόμου. 


Με μία διαφορά, όμως. Να αναλάβει θέση διοικητική και όχι διανομέα.«Εβλεπα τον πατέρα μου να φεύγει νύχτα και να γυρίζει νύχτα, με πόδια πρησμένα από την υγρασία και τις βροχές. Τον λυπόμουν, αλλά και τον θαύμαζα. Οταν ήμουν μικρός, του ζητούσα επίμονα να με πάρει μαζί του σε ένα δρομολόγιο. Μία φορά έγινε αυτό και μετά δεν ξαναπήγα. Δεν άντεχα ούτε δεύτερη μέρα. 
Στο μυαλό μου έρχονται ακόμα οι εικόνες του πατέρα μου να γυρίζει σπίτι κατάκοπος, αλλά και τα λόγια της μάνας μου: «Πρόσεξε, μην κάνεις ποτέ τη δουλειά του πατέρα σου», μου έλεγε, «βλέπεις με τι κόπο, αγωνία και αίμα παλεύει, για να βγάλει δυο δεκάρες να ζήσουμε». Ετσι, επέλεξα να δώσω εξετάσεις για τα ΕΛΤΑ, αλλά σε θέση διοικητική», υπογραμμίζει. «Πέτυχα στις εξετάσεις και να 'μαι σήμερα, να συνεχίζω την παράδοση του πατέρα μου. Από πολύ πιο εύκολο πόστο, φυσικά».



Περήφανος για τις οικογένειες των παιδιών του, Θόδωρου και τη Νικολέτας, με τα τέσσερα εγγόνια του, ο κ. Λάμπης, χωρίς να ξεχνά τις αντιξοότητες που είχε να αντιμετωπίσει στο πλαίσιο της δουλειάς του, δεν παρέλειψε να αναφερθεί στις δυσκολίες που έχει και σήμερα η δουλειά του γιου του στο ταχυδρομείο. 


Σίγουρα, όμως, κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος από το μεγαλείο του κ. Λάμπη, αλλά και όλων των αγροτικών διανομέων, που διασχίζοντας κακοτράχαλους δρόμους, βρέξει-χιονίσει, κατέφθαναν στα χωριά, προσηλωμένοι στο καθήκον να μεταφέρουν το άγγελμα. Η ελληνική ύπαιθρος τους οφείλει πολλά. Και η πραγματικότητα αποδεικνύει πως οι χωριανοί δεν ξεχνούν ούτε εκείνη την εποχή και κυρίως δεν παραλείπουν ποτέ να δείξουν την αγάπη τους στον κύριο Λάμπη. Κάποιοι, μάλιστα, του φιλούν το χέρι, κάθε φορά που το συναντούν. Φαίνεται πως ο χρόνος, αν και έφερε τη φθορά και ο κύριος Λάμπης δεν μπορεί πια να δει καλά για να διαβάσει αυτές τις αράδες, δεν έχει καταφέρει να ξεθωριάσει τις μνήμες και τη ζεστασιά των ανθρώπων.





ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΑΜΠΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ


( Αναδημοσίευση εφημερίδα "ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ" )


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου