Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΚΑΙ ΡΗΜΟΚΛΗΣΣΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ



Ἡ Ἀθήνα καὶ πρὶν Χριστοῦ καὶ μετὰ Χριστὸν εἴτανε θρησκευτικὴ πολιτεία. Τὸν καιρὸ ποὺ ἦρθε ὁ Παῦλος ἐδῶ πέρα ἀπὸ τὴ Βέροια, εἶδε πὼς ἡ πολιτεία εἴτανε γεμάτη εἴδωλα, «κατείδωλος», καὶ στὸ κήρυγμα ποὺ ἔκανε στὸν Ἄρειο Πάγο, εἶπε πὼς εἶχε τοὺς Ἀθηναίους γιὰ πολὺ θρήσκους: «ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ». Θρῆσκοι σταθήκανε καὶ στὴν καινούρια θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ σπάρθηκε ἀπὸ τὸν Παῦλο, καὶ τὰ πρῶτα χρυσὰ στάχια ποὺ ἔβγαλε ἡ Ἀθήνα εἴτανε ὁ ἅγιος Ἱερόθεος, ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ μία γυναίκα ποὺ τὴ λέγανε Δάμαρη. Ὁ ἅγιος Ἱερόθεος εἶναι μυστηριώδης ἅγιος, κρυφὸς μυσταγωγός· ὁ ἅγιος Διονύσιος τὸν λέγει δάσκαλό του, καὶ « οὐχὶ μόνον μαθόντα, ἀλλὰ παθόντα τὰ θεῖα». Στὴν Ἀθήνα δὲν ὑπῆρχε ἐκκλησιὰ οὔτε στ’ ὄνομα τοῦ ἁγίου Ἱεροθέου, οὔτε στ’ ὄνομα τοῦ ἁγίου Διονυσίου. Τὰ τελευταῖα χρόνια χτίσθηκε ἡ μεγάλη ἐκκλησία τοῦ πολιούχου Ἀρεοπαγίτου καὶ ζωγραφίσθηκε χάρη στὸν ἀκαταπόνητο Κώστα Κοτζιᾶ, ποὺ εἴτανε τότε ὑπουργός. Τοῦ ἁγίου Ἱεροθέου βρίσκεται μονάχα ἕνα γυναικεῖο μοναστηράκι κοντὰ στὰ Μέγαρα. Οἱ Ἀθηναῖοι δὲν γνωρίζουνε κἄν τ’ ὄνομά του. Ἄλλος ἀρχαῖος ἅγιος γεννημένος στὴν Ἀθήνα εἶναι ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀθηναῖος ὁ ἀναχωρητής, ποὺ πῆγε καὶ ἀσκήτεψε τὸν καιρὸ τῶν διωγμῶν «ἐν τῷ ὄρει τῆς Θράκης εἰς τὴν ἔρημον τὴν οὖσαν, ἐπέκεινα τῶν Χετταίων». Αὐτὸ τὸ βουνὸ λεγότανε μὲν τῆς Θράκης, μὰ βρισκότανε στὴν Ἀφρική. Ὁ ἅγιος Μᾶρκος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον φοβεροὺς ἀναχωρητές, γιατί ἀσκήτεψε στὴν πιὸ μακρυνὴ καὶ στὴν πιὸ ἄσπλαχνη ἔρημο, ἐνενήντα χρονῶν ἡμέρες, χωρὶς νὰ δεῖ ἄνθρωπο, καὶ κοιμήθηκε ἑκατὸ δέκα χρονῶν. Κι' αὐτὸν δὲν τὸν ἔχουνε ἀκουστὰ οἱ Ἀθηναῖοι.

Ἡ Ἀθήνα ἔβγαλε πλῆθος ἄλλους ἁγίους. Ἀνάμεσά τους εἶναι ὁ ἅγιος Μηνᾶς ὁ Καλλικέλαδος, ἡ ἁγία Φιλοθέη καὶ ὁ Μιχαὴλ ὁ Κηπουρὸς ὁ λεγόμενος Μπακνανᾶς, ποὺ ἀποκεφαλίσθηκε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἀπ' αὐτοὺς τοὺς τρεῖς μονάχα ἡ ἁγία Φιλοθέη ἔχει μίαν ἐκκλησιὰ ἔξω ἀπ' τὴν Ἀθήνα, οἱ ἄλλοι δυὸ δὲν ἔχουνε.


Κατὰ τὰ χρόνια ποὺ βαστούσανε τὴν Ἀθήνα οἱ Τοῦρκοι, ἡ Ἀθήνα εἴτανε γεμάτη ἐκκλησιές. Μ' ὅλο ποὺ οἱ πιὸ πολλὲς γκρεμνισθήκανε, πάλι σώζουνται κάμποσες, προπάντων στοὺς μαχαλάδες τῆς παληᾶς πολιτείας. Ἀλλὰ κι' ὁ ἐλιώνας ποὺ τὴν περιτριγύριζε, καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ μικρὰ ψηλώματα εἴτανε γεμάτα ἐξωκκλήσια. Στὸν ἐλιώνα θὰ σώζουνται ὥς τὴ σημερινὴ τὴ μέρα καμμιὰ πενηνταριὰ ἀπ' αὐτὲς οἱ πιὸ καλὲς εἶναι ὁ ἅγιος Δημήτρης ὁ Καβαλλάρης, ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Χωστός, ἡ Παλιοπαναγιά, ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Φτωχός, ἡ Παναγιὰ ἡ Μουσταπίδαινα, κι' ἄλλες.

Μέσα στὴν Ἀθήνα ἡ πιὸ παλιὰ ἐκκλησιὰ εἶναι ἡ σημερινὴ Ρούσικη, ποὺ τὴ λέγανε στὰ παλιὰ Σωτήρα Λυκοδήμου. Κι' αὐτὴ δὲν θὰ γλύτωνε, ἂν δὲν τὴ στερεώνανε καὶ δὲν τὴ διατηρούσανε. Ἡ ἁγιογραφία της εἶναι καινούρια, καμωμένη ἀπὸ τὸν Γερμανὸ ζωγράφο Θείροτο. Μέσα στὸ ἱερὸ σώζονται δυὸ τρεῖς ἅγιοι ἀπὸ τὴν παλιὰ ἱστορία ποὺ τὴ στόλιζε. Παλιὲς εἶναι κι' ἄλλες τρεῖς ἐκκλησιὲς μέσα στὴν Ἀθήνα, χτισμένες πρὶν νὰ τὴν πάρουνε οἱ Τοῦρκοι: ἡ Καπνικαρέα, οἱ ἅγιοι Θεόδωροι κι' ὁ ἅγιος Ἐλευθέριος. Ἀπὸ μέσα εἶναι ζωγραφισμένες μὲ τωρινὲς ἁγιογραφίες ποὺ καλὰ θὰ κάνανε νὰ τὶς ξύσουνε γιὰ νὰ μὴ χαλᾶνε τὰ ὄμορφα αὐτὰ χτίρια. Μονάχα στὴν Καπνικαρέα ἔχω ζωγραφίσει στὸν φρέσκον ἀσβέστη, κατὰ τὸ ἀρχαῖο σύστημα, τὴ χυβάδα τοῦ Ἱεροῦ μὲ τὴν Πλατυτέρα, τὸ «Λάβετε φάγετε» καὶ τέσσερις ἱεράρχες. Αὐτὲς οἱ παλιὲς ἐκκλησιὲς ἔπρεπε νὰ ζωγραφισθοῦνε μὲ βυζαντινὴ ἁγιογραφία, ὥστε νὰ κατασταθοῦνε ἀληθινὰ μνημεῖα βυζαντινῆς τέχνης γιὰ τὴν Ἀθήνα, ποὺ δὲν ἔχει τίποτα τέτοιο νὰ δεῖ κανένας. Μὰ ἐμᾶς ὁ νοῦς μας εἶναι σὲ ἄλλα. Οἱ καινούριες ἐκκλησιὲς τῆς Ἀθήνας εἶναι μουσεῖα φριχτῆς κακοτεχνίας, ἡ δὲ Μητρόπολη εἶναι ὁ κολοφώνας, ἡ χειρότερη στὰ Μπαλκάνια. Χαίρετε ἕλληνες ποὺ καμαρώνετε γιὰ τὴν καλλιτεχνία σας! Καὶ πάλιν ἐρῶ: χαίρετε.

Λίγο παραέξω ἀπὸ τὴν πολιτεία βρίσκεται τὸ Δαφνί, καταστολισμένο μὲ ψηφιὰ ἐξαίσια, ποὺ δὲν ὑπάρχουνε πουθενὰ τὰ ὅμοιά τους. Ἀπὸ τὶς ἄλλες ἐκκλησιὲς κι' ἀπὸ τὰ ρημοκκλήσια ποὺ εἶναι χτισμένα ὁλόγυρα στὴν πολιτεία, οἱ πιὸ σπουδαῖες εἶναι αὐτὲς ποὺ γράφω παρακάτω:


Ἡ Καισαριανὴ τὸ μοναστήρι, μὲ ἁγιογραφία ἄξια νὰ τὴ δεῖ κανένας, ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Καρέας κι' ὁ ἅγιος Γιώργης ὁ Κουταλέας, δίχως ζωγραφική, κ' οἱ τρεῖς στὸν Ὑμηττό. Πιὸ ψηλὰ ἀπάνω στὸ βουνὸ εἶναι τὸ Ἀστέρι, μοναστήρι μὲ ἐκκλησιὰ ἱστορημένη μὲ παλαιὰ ἱστορία. Κοντήτερα βρίσκεται ὁ ἅγιος Γιάννης ὁ Θεολόγος, πέρα ἀπὸ τὸν Χολαργό, μὲ ὡραία ἁγιογραφία ζωγραφισμένος. Κατὰ τὰ βορεινὰ τῆς Ἀθήνας, κοντὰ στὴ Σαφράμπολη, βρίσκεται μία σπουδαία κι' ἀρχαία ἐκκλησιά, ποὺ τὴ λένε κι' Ὀμορφοκκλησιά, στολισμένη μὲ ζωγραφικὴ παλαιὰ καὶ πολὺ μαστορική. Ξέχασα νὰ γράψω καὶ μίαν ἄλλη σπουδαία ἐκκλησία ποὺ σώζεται μέσα στὴν Ἀθήνα, τὴν ἐκκλησιὰ τῆς Μονῆς Πετράκη, ἱστορημένη μέχρι τὰ θεμέλια ἀπὸ τὸν ἁγιογράφο Μᾶρκο τὸν Ἀργεῖο, ποὺ ’ναι καὶ καλὰ διατηρημένη.



Αὐτὰ τὰ ξωκκλήσια τῆς Ἀθήνας καὶ προπάντων ὅσα εἶναι ἀπάνω στὸν Ὑμηττό, τ' ἀγαπῶ πολύ, καὶ κεῖνα μὲ περιμένουνε κάθε τόσο νὰ πάγω νὰ τὰ προσκυνήσω. Ταπεινά, ξεχασμένα στὴν ἐρημιά, εἶναι σὰν καταφύγια σώματος καὶ ψυχῆς γιὰ ὅποιον φεύγει ἀπὸ τὴν ταραχὴ τῆς πολιτείας ποὺ ἔχει καταντήσει σήμερα σὰν πόρνη Βαβυλώνα. Πρὸ χρόνια πήγαινα κι' ἀσκήτευα κάθε τόσο, κι' ἀγνάτευα τὸν μπουχὸ ποὺ ἔβγαινε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, δίχως νὰ φτάνει στ' αὐτιά μου ἡ ἁμαρτωλὴ βουή της, σὰν τὸν Ἰωνᾶ ποὺ κύτταζε τὴ Νινευΐ καὶ περίμενε νὰ τὴ χαλάσει ὁ Θεός. Κεῖνον τὸν καιρὸ ἔγραψα κ' ἕνα βιβλίο γιὰ τὰ ρημοκκλήσια τοῦ Ὑμηττοῦ, κ' ἐπειδὴ βρισκόμουνα σὲ μεγάλη ἁγιότητα, βάζω τὰ παρακάτω λίγα λόγια ἀπ' αὐτὸ τὸ βιβλίο, γραμμένα σὲ μία γλώσσα θρησκευτική:

Μονύδριον Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Τὸ μανύδριον τοῦτο εἶναι κτισμένον εἰς ἕνα ἔρημον λόφον, κάτω ἀπὸ τὰς τελευταίας βορεινὰς κορυφὰς τοῦ Ὑμηττοῦ. Τριγύρω ἡ περιφέρεια δὲν ἔχει μεγάλα δένδρα, ἀλλὰ εἶναι σκεπασμένη ἀπὸ ἄγρια μαῦρα χαμόδενδρα, πρίνους καὶ σχοίνους, μαζὶ μὲ θυμάρια, ἐρείκια, ρήγανιν καὶ ἄλλα ταπεινὰ φυτά. Ὅλα εὐωδιάζουν, ἀκόμα καὶ τὸ κοκκινωπὸν χῶμα, καὶ τὰ ἀγριάκανθα ὁποὺ φυτρώνουν ἀνάμεσα εἰς τὰς πέτρας καὶ ἐπάνω εἰς τοὺς βράχους μὲ μίαν ἐξαίσιαν εὐωδίαν. Ἡ τοποθεσία αὐτὴ μὲ τὸν μικρὸν χείμαρρον ὁ ὁποῖος ἔχει σκάψει βαθείαν χαράδραν πρὸς δυσμὰς τοῦ λόφου, μὲ τὰ πετρώδη βουνὰ πρὸς τὴν ἀνατολήν, καὶ τὴν πεδινὴν ὅπου ἀναπαύει τὸ ὄμμα πρὸς τὰ κάτω, ἔχει, δὲν γνωρίζω, ποίαν πνευματικότητα, ποίαν ἁγιότητα! Σπανίως φαίνεται ἄνθρωπος εἰς τὰ πέριξ καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι κάποιος ρακένδυτος ἀπόκληρος, πτωχός, λησμονημένος, φεύγων μακράν τῆς κοινωνίας, μὲ γενειάδα καὶ μαλλιὰ ἀκτένιστα, ὡσὰν βυζαντινὸς ἅγιος, ἁπλοϊκὸς καὶ σιωπηλός. Ὁδεύει πρὸς τὸ μικρὸν κάστρον τοῦ Θεολόγου, ὁπού στέκεται παράμερα καὶ ἐκεῖνο, σιωπηλόν, χωρὶς σημεῖον ζωῆς, μὲ τὸν στρογγυλὸν ἐρειπωμένον πύργον του, μακρὰν ἀπὸ τὰ συχναζόμενα μονοπάτια, ἄνυδρον, χωρὶς σκιάν, χωρὶς κανένα θέλγητρον ἐξωτερικόν.

Καὶ ὅμως, πόσον συμπαθητικὸν εἶναι αὐτὸ τὸ ἐρημητήριον, αὐτὸς ὁ κευθμών, περισσότερον παρὰ ἐὰν εἶχε νερὰ καὶ σκιὰν καὶ τὰ ἄλλα χαρίσματα τῶν μοναστηριῶν !...

Συχνὰ τὸν χειμώνα, ὅταν πλησιάζει μακρόθεν ἡ καταιγὶς μὲ ἀστραπὰς καὶ βροντάς, καὶ αἱ κορυφαὶ τοῦ Ὑμηττοῦ γίνονται μελαναὶ καὶ φοβεραί, καὶ τὸ ἐρείπιον τοῦ Ὑμηττοῦ χάνεται ἀπὸ τὸ βλέμμα τυλιγμένον μέσα εἰς τὴν θύελλαν ἢ ὅταν ὁ χλιαρὸς ἄνεμος τοῦ νότου σφυρίζει εἰς τὰ παράθυρα, καὶ πίπτουν τεμάχια ἀσβέστου ἀπὸ τὰ παλαιὰ κτίρια, συλλογίζομαι τὸν λησμονημένον ζωγράφον, τοῦ ὁποίου ἐπρόφθασα τὰ τελευταῖα ἴχνη, πρὶν νὰ τὸν θάψει ὁ χρόνος διαπαντός. Τὶς οἶδε πὼς ὠνομάζετο, εἰς ποῖον τόπον ἦτο γεννημένος αὐτὸς ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος, καλόγηρος, ἢ κοσμικός, μὲ τὰ μηδαμινὰ σύνεργά του, τὰ κονδύλια τοῦ καμωμένα μὲ τρίχας «ἀπὸ τὸν ἀστράγαλον τοῦ βοδιοῦ καὶ ἀπὸ τὴν σιαγόνα τοῦ μουλαρίου» μὲ τὰ χρώματά του ὁπού τὰ ἑτοίμαζε τρίβων εἰς τὸ τριβίδι χώματα ἀπὸ τὰ πέριξ, ἁπλοϊκός, πτωχός, τρεφόμενος μὲ ὀλίγας ἐλαίας, μὲ χόρτα καὶ μὲ ξηρὸν ἄρτον. Μολαταῦτα, αὐτὸς ὁ ἀπόκληρος, ὁ σκεπασμένος ἀπὸ τὴν κόνιν τῆς λήθης, ἦτο μέγας ζωγράφος: «Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλὰ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ἡσύχιον!» Νομίζω ὅτι τὸν βλέπω νὰ ἀναπαύεται τὸ ἑσπέρας ἀπὸ τὴν ἐργασίαν του, καθισμένος ἐπάνω εἰς κανένα κιονόκρανον ἀπὸ ἐκεῖνα ὁπού εὑρίσκονται ἀκόμη κοντὰ εἰς τὸ ναΰδριον, συλλογισμένος καὶ περίλυπος, λησμονημένος ἀπόγονος τῆς παλαιᾶς φυλῆς τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων.

Ἄγνωστοι ἐρημίται, ἀπεθάνατε χωρὶς νὰ ταράξει τὴν γαλήνην σας ὁ ἔπαινος τῶν ἀνθρώπων. Ἐσεῖς οἱ μακάριοι δὲν ὑπηρετήσατε τὴν ματαιοδοξίαν, ἀλλὰ ὡσὰν πτηνὰ καλλικέλαδα ὑμνήσατε τὸν Κύριον. Τὸν ὑμνήσατε μαζὶ μὲ τὸν ἥλιον, μὲ τὴν σελήνην, μὲ τὴν πάχνην, μὲ τὴν χάλαζαν, μὲ τοὺς δράκοντας, μὲ τὰς κέδρους καὶ πάντα τὰ ξύλα τοῦ δρυμοῦ. Κανένα βιβλίον δὲν γράφει διὰ σᾶς· δὲν δίδουν ἑκατομμύρια οἱ πλούσιοι, καὶ τὰ διάφορα μουσεῖα εἰς τὰ Παρίσια καὶ εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην δὲν μετροῦν μὲ τὰ ἑκατοστόμετρα τὰ ἔργα σας. Ἡ δική σας μοῖρα εἶναι ἡ λήθη, καὶ ἡ ἀράχνη ὑφαίνει τὸν ἱστὸν της ἀργὰ ἐπάνω εἰς τὰς σκονισμένας τοιχογραφίας σας. Ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ δύει ἀδιακόπως, ἑκατόν, διακόσια, χίλια ἔτη, χωρὶς νὰ εἰσχωρήσει οὔτε μία ἀκτίνα του μέσα, εἰς τὰ σκοτεινὰ ἄδυτα, ὅπου οἱ Ἱεράρχαι, ἐνδεδυμένοι μὲ τὰ ἄμφιά των, λειτουργοῦν μυστικῶς γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν, ἡ ὁποία εἶναι καμιυμένη ἀπὸ μίαν σπασμένην κολόναν τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀπόλλωνος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου